Ο Χρόνος και ο Πόνος
Στην αρχή ο χρόνος παγώνει και ο πόνος είναι αβάσταχτος.
Ισοπεδωτικός.
Κατέχει και διαφεντεύει όλα τα κύτταρα.
Κάθε σκέψη, εκεί.
Κάθε ανάσα, εκεί.
Σ’ εκείνον που έφυγε.
Σ’ εκείνον που λείπει.
Κι ύστερα, περνάνε λίγες μέρες και ο πόνος σα να ημερεύει κάπως.
Η δουλειά… Οι υποχρεώσεις… Και η Άγια Καθημερινότητα αρχίζει σιγά-σιγά να κάνει το θαύμα της.
Αυτό που δεν ήθελες να ακούς όταν στο λέγανε για παρηγοριά, και θύμωνες, και πεισμάτωνες και τ’ αρνιόσουν, κερδίζει σιγά σιγά το χώρο του μέσα στο μυαλό σου: “οι ζωντανοί με τους ζωντανούς…”
Λες και είναι δυο αντίρροπες δυνάμεις ο χρόνος και ο πόνος.
Μακραίνει ο χρόνος και μικραίνει ο πόνος.
Κι ύστερα το μυαλό αντιστρέφει το βέλος του χρόνου ,γυρνάει κάποια χρόνια πίσω και θυμάται…
Τότε που…
Και τότε όταν…
Κι εκείνα τα Χριστούγεννα…
Και τότε στη γιορτή σου…
Κι όταν σου είπε ότι…
Κι όταν γελάσατε μαζί…
Κι όταν κλάψατε μαζί…
Γυρνάει πίσω ο χρόνος και γλυκαίνει ο πόνος…
Κι είναι τότε που θέλεις, με όλη σου την καρδιά να υπάρχει κάτι πέρα από το θάνατο.
Ανάσταση,παράδεισος, μετενσάρκωση,μετεμψύχωση, οτιδήποτε…
Όμως ξέρεις ότι δεν υπάρχει τίποτε.
Απλά, καταλαβαίνεις την ανάγκη όσων πιστεύουν ότι κάτι υπάρχει…
Γιατί την ίδια ανάγκη έχεις και συ.
Να πιστέψεις σε κάτι, κι ας ξέρεις ότι δεν υπάρχει.
Μέχρι ο χρόνος και ο πόνος να ολοκληρώσουν το παιχνίδι τους.
