Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Πρωταπριλιάτικες φάρσες

Η φωτογραφία του Πινόκιο είναι από τους Ανεμολογίτες

Εξομολόγηση, με τη θρησκευτική έννοια, δεν έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου. Οι λόγοι πολλοί, που δεν είναι όμως της παρούσης. Εξομολογητές μου έχουν γίνει κατά καιρούς οι διάφοροι φίλοι, για πράγματα που δεν πρέπει να ξέρουν οι δικοί μου άνθρωποι (άνδρας, παιδιά, μητέρα, αδέλφια και λοιποί συγγενείς) και οι δικοί μου άνθρωποι, για όλα τα υπόλοιπα. Κάτι άλλο, μεγαλύτερο, που θέλω να βγάλω από μέσα μου και δεν μπορεί ή δεν πρέπει να το ακούσει κανείς εκ των παραπάνω προσώπων, δεν μου έχει συμβεί μέχρι τώρα. Έρχομαι λοιπόν τώρα να εξομολογηθώ κάτι που ενώ έχουν περάσει 30 χρόνια από τότε δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου.

Ήμουν μαθήτρια του λυκείου. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει όταν ήμουν στην τρίτη γυμνασίου και η μητέρα μου μια νέα γυναίκα, άνεργη, με μια σύνταξη του ΙΚΑ, προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα με την σκληρή καθημερινότητα, για να επιβιώσει αυτή και τα τρία της παιδιά. Όνειρό της πάντα ήταν εμείς να μάθουμε γράμματα περισσότερα από αυτά που, παρά το ότι ήθελε, δεν μπόρεσε αυτή να μάθει.

Κάποια στιγμή είχε περάσει από την περιοχή μας μια πλασιέ βιβλίων-βοηθημάτων για το σχολείο και η μητέρα μου είχε βάλει μηνιαία γραμμάτια, προκειμένου να μας τα πάρει και να μας βοηθήσει στο σχολείο. Δεν θυμάμαι το ποσόν ακριβώς ποιο ήταν, θεωρώ ότι ήταν σχετικά μικρό, αλλά μεγάλο για το μέγεθος τής τότε σύνταξης. Από το υστέρημα, κυριολεκτικά, αγορασμένα αυτά τα βιβλία.

Ήταν συνεπής στις μηνιαίες πληρωμές της πάντα. Εκείνον τον Μάρτη για κάποιο λόγο που δεν θυμάμαι, καθυστέρησε την πληρωμή κάποιες μέρες, πράγμα που το ήξερα, αφού πάντα μου έλεγε την οικονομική μας κατάσταση (ήμουν η μεγαλύτερη, οπότε κάπου έπρεπε να τα πει κι αυτή).

Εκεί, λοιπόν, δούλεψε το διεστραμμένο μου μυαλό να της κάνω πρωταπριλιάτικη φάρσα. Εκείνη την εποχή τα ταχυδρομεία δούλευαν με τον «προσωπικό» μας ταχυδρόμο, ας πούμε, και ξέραμε πόσο έκαναν τα γράμματα για να έλθουν. Ποντάρισα στην σωστή λειτουργία των ταχυδρομείων, πήρα φάκελο ίδιο με την αλληλογραφία της τράπεζας, πολύ προσεκτικά μιμήθηκα τα τυπωμένα γράμματα, είχα πρόσβαση και σε γραφομηχανή και δαχτυλογράφησα ένα γράμμα δήθεν από την τράπεζα που έλεγε για καθυστέρηση και κατάσχεση και άλλα τυπικά και αυστηρά λόγια, το ταχυδρόμησα και γυρίζοντας την 1η Απριλίου από το σχολείο, περίμενα την άφιξη της φάρσας. (Ο ταχυδρόμος ερχόταν μετά τις δύο το μεσημέρι στην περιοχή μας αφού ήμασταν το τελευταίο του δρομολόγιο).

Θυμάμαι, η μητέρα μου έπλενε ρούχα έξω από το σπίτι μας, στη σκάφη (θυμάται κανείς τη σκάφη πλυσίματος;), ήρθε ο ταχυδρόμος και με το που πήρε το φάκελο, πάνιασε. Μόνο που δεν έπεσε κάτω. Τον άνοιξε, διάβασε το περιεχόμενο και πανικοβλήθηκε. Θα μας πάρουν τα βιβλία; Και πώς; Και τι θα κάνουμε τώρα; Κλπ. (Τώρα μόνο μπορώ να καταλάβω πώς αισθάνθηκε εκείνη την ώρα.)

Κάπου εκεί της είπα ότι ήταν πρωταπριλιάτικη φάρσα. Δεν μου είπε τίποτα, αλλά από τότε, δεν ξανάκανα σε κανέναν, ποτέ, πρωταπριλιάτικη φάρσα.


Πώς μπόρεσα να παίξω με τον πόνο της; Τόση σκληρότητα τα νιάτα;

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

Φρέζιες, νοσταλγία και αναμνήσεις

Mετά από πολλές μέρες κακοκαιρία (φτάσαμε και +6 βαθμούς θερμοκρασία προηγούμενες μέρες), σήμερα έβγαλε ήλιο. Με λίγα "δόντια" βέβαια, αλλά δεν παύει να είναι ήλιος.
+13 βαθμούς, άλλες χώρες δεν βλέπουν στο θερμόμετρό τους, ούτε τον Ιούνιο!
Πήρα το ποδήλατό μου, λοιπόν, και βγήκα να κάνω δουλειές στην πόλη.
Γύριζα κανένα δίωρο και στην επιστροφή, καθώς ανέβαινα σπρώχνοντας το ποδήλατο στην ανηφόρα, μου ήρθε στη μύτη αυτή η φίνα και διακριτική μυρωδιά τής φρέζιας.
Γύρισα το κεφάλι μου και είδα.


Κάγκελα από ένα παλιό σπίτι, που ξεπρόβαλε ανάμεσα τους αυτό το λουλουδάκι. Σεμνό και μικρό, με το υπέροχο άρωμα. Πριν το σκεφτώ καν, η φωτογραφική μηχανή ήταν στο χέρι μου κι εγώ φωτογράφιζα κοιτάζοντας γύρω γύρω μη με πάρει είδηση κανένα μάτι και με πάρουν για "αρπαγμένη". Αισθάνθηκα όμορφα και γέμισα νοσταλγία*.
Μερικά λουλούδια είναι δεμένα με παιδικές και εφηβικές αναμνήσεις.
Πρώτον, το τριαντάφυλλο, το βυσσινί με τα βελούδινα πέταλα.
Και δεύτερον, οι φρέζιες.
Πριν...ν το πλήθος χρόνια, όταν ήμουν μαθήτρια Λυκείου, μέναμε σ΄ ένα σπίτι περίπου 2,5 χιλιόμετρα μακριά από το σχολείο μου. Μεταφορικό μέσον άλλο από το "πεζό 2" δεν υπήρχε, οπότε τουλάχιστον δυο φορές τη μέρα έκανα την ίδια διαδρομή. Σπίτι-σχολείο-σπίτι και σπίτι-φροντιστήριο-σπίτι. Αν τώρα βρισκόταν κανένας καλός χριστιανός με αυτοκίνητο στον δρόμο και μ΄έπαιρνε, γλίτωνα τον ποδαρόδρομο, διαφορετικά...
Αυτοκίνητα υπήρχαν λίγα στο Ρέθυμνο και λίγο πολύ όλοι ήταν γνωστοί (μη νομίζετε ότι έμπαινα σε αυτοκίνητα αγνώστων).
Ξέφυγα όμως από το θέμα μου, που είναι η διαδρομή.
Το πρωί, δεν το συζητάμε, ήταν ο κακός μου δαίμονας. Πάντα αργοπορημένη, έτρεχα κυριολεκτικά, για να μην πάρω απουσία την πρώτη ώρα, οπότε πού καιρός για απόλαυση της διαδρομής. Το μεσημέρι, στην επιστροφή, κούραση και ήταν και ανηφόρα, άρα...τίποτα. Το απόγευμα, όμως, που κατέβαινα για το φροντιστήριο, περνούσα από την αυλή μιας μονοκατοικίας που δίπλα στην αυλόπορτα είχε αυτή τη βυσσινί τριανταφυλιά. Όποιο μπουμπούκι ξέφευγε έξω από τα κάγκελα δεν υπήρχε περίπτωση να μείνει πάνω στο φυτό. Άπλωνα χέρι και το 'κοβα, με μόνο σκοπό να γίνει δώρο στον πρώτο μου εφηβικό έρωτα. Κι εδώ κολλάει "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα". Γινόμουν κλέφτρα για ιερό σκοπό. (Το σπίτι αυτό υπάρχει ακόμα και σήμερα, χωρίς την τριανταφυλιά του, όμως).
Στα πεντακόσια μέτρα παρακάτω υπήρχε μια "αλιτάνα" (αλτάνα). Ένα παρτέρι στην άκρη ενός ψηλού μαντρότοιχου, γεμάτο με άγριες φρέζιες. Άνοιξη καιρού γέμιζε το παρτέρι με λουλούδια που έβαζαν σε πειρασμό με το άρωμά τους τους περαστικούς. Γλίτωναν, όμως, γιατί ήταν ψηλά κι έμεναν εκεί να σκορπούν το άρωμά τους και να ομορφαίνουν τη διαδρομή μας.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε και σπάνια περνούσα με τα πόδια από κει πια. Όταν, όμως, πρόσφατα, το σπίτι γκρεμίστηκε και μαζί του κι ο μαντρότοιχος, θυμήθηκα τις φρέζιες και το άρωμά τους που ομόρφαινε τις κουραστικές διαδρομές μου, στα μαθητικά μου χρόνια. Κι επιπλεόν, άλλη μια πολυκατοικία χτίστηκε στο Ρέθυμνο.

*νοσταλγία. Νοσταλγία, επιθυμία επιστροφής, νιώθεις για κάτι όμορφο. Ήταν όμορφα τα χρόνια εκείνα; Σίγουρα ήταν δύσκολα για μένα, πολύ δύσκολα. Ήταν, όμως, τα εφηβικά μου χρόνια και τα νοσταλγώ!